Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2016

Ο μύθος της αυγής



Σε δάσος ήμουν χαμένος ,στην αγκαλιά της νύχτας φοβισμένος ,σε μιας πηγής το μουρμουρητό, μάλλον ξεχασμένος, από χορό πυγολαμπίδων θαμπωμένος.

Σαν να μου μιλούσε η πηγή, για όσα είχε δει ,στον ήλιο στο σκοτάδι, την μέρα και το βράδυ.
Μα στον κόσμο της χαμένος ,με το κελάρυσμα της μαγεμένος ,είδα να γλυκοχαράζει στο σκοτάδι και η πηγή να μου σιγομουρμουράει ,μια απίστευτη ιστορία, της αυγής την μοίρα λέει, ανάμεσα στον ήλιο στο σκοτάδι και καθώς έρρεε η πηγή ,στα μάτια μου μια ιστορία, είδα να ξεπροβάλλει ,από της νύχτας το σκοτάδι.
Σαν όνειρο είδα την αυγή ,εκείνο το πρωί ,μέσα από τη νύχτα να αναδύεται, με το αχνό της φως ,να αποχαιρετάει το σκοτάδι και να χαμογελάει, σε κάποια ηλιαχτίδα στον ουρανό, που μοιάζει με τον αυγερινό και παιχνιδιάρικα μαζί του να φλερτάρει.
Μια απόφαση θέλει να πάρει. Λυπημένη μου εφάνει, που αποχαιρετούσε το σκοτάδι ,μα όσο περνούσαν οι στιγμές ,φαινόταν σαν να λησμονούσε ,σαν να λαχταρούσε , από τον ήλιο με μια ματιά, στην αγκαλιά του να την πάρει.
Ξανθά μου φανήκαν τα μαλλιά της ,σαν κάτι από τον ήλιο να έχουν πάρει, στα χρώματα του σούρουπου η ματιά της ,σαν κάτι από τη νύχτα να έχει πάρει.
Την κοιτούσα ,την ψυχή της φυλλομετρούσα ,σε μιας πηγής την κρυστάλλινη φωνή ,που μου τα ΄πε όλα από την αρχή.
Σαγηνευτική η αυγή, ασταθής, φευγαλέα, φιλάρεσκη, ονειροπόλα, αέρινη ,ποτέ δεν είσαι σίγουρος πως την έχεις στην αγκαλιά σου. Η αυγή που αγκαλιάζεις, αν είναι αληθινή η όνειρο που θα χαθεί ,σαν πας να την φιλήσεις.
Συναντήθηκαν οι ματιές μας, σαν να ήμουν ο μοναδικός άνθρωπος που την θωρούσε, ο μοναδικός άνθρωπός που αυτή κοιτούσε , σαν κάτι να ήθελε να διηγηθεί ,από την δική της την ζωή , μια λύτρωση να βρει ,σε αυτό που αποζητούσε ,που σαν το έβρισκε ,όλο και κάτι άλλο την συγκινούσε.
….και μου είπε την ζωή της ,μου εκμυστηρεύτηκε την ψυχή της ,σίγουρη πως θα την καταλάβω και δεν θα την καταδικάσω, με μιας πηγής τα διάφανα νερά.
Σκέφτηκα λοιπόν να διηγηθώ, η μούσα να με βοηθήσει ,για κάτι ,από αυτό που είδα να μιλήσω, το όνειρό να μην χαθεί ,την αυγή που σίγουρα όλοι έχετε δει, με το γραφτό μου κάτι να σας πει και κάποιο μυστικό σας ίσως να της πείτε ,σαν την ξαναδείτε . 
Την είδα να πετάει προς το σκοτάδι ,να τρέχει να την δει ,να το σαγηνεύσει , την καρδιά του, που είναι η νύχτα με τα όνειρα τα πολλά, κάποια από αυτά να κλέψει ,με τερτίπια γυναικεία να το κυριέψει, στην ψυχή του να χαθεί, στην νυχτιά του να απλωθεί.
Να την λοιπόν ντυμένη με αστροκέντητο φόρεμα στολισμένη , με φεγγαραχτίδες λουσμένη να ξεκίνα για των ονείρων της τον κόσμο, έτοιμη να αποπλανηθεί, λαίμαργα να γευτεί, τους γλυκούς καρπούς που είχε ονειρευτεί.
Το σκοτάδι είδα την αυγή να πλησιάζει ,να την αγκαλιάζει. Την αυγή να αφήνεται σε αυτό ,η ματιά της να το λατρεύει, στην σκιά της νύχτας κάπου κει ,κρυμμένη ,στον έρωτα της παραδομένη, σε μυστικιστική συνεύρεση χαμένη , ανάμεσα σε αστέρια η ψυχή της να ταξιδεύει και φαινόταν ευτυχισμένη, στου σκοταδιού την αγκαλιά παραδομένη ,στο πρόσκαιρο δεμένη, σε ένα όνειρο χαμένη.
Μα σαν περάσανε οι ώρες , που σαν όμορφα περνάς, όλο τις ξεχνάς, στο τέλος μόνο την παρουσία τους σου θυμίζουν και σου υπενθυμίζουν, σαν να σου λένε ,πως ήρθε η στιγμή ,που όλα κάποτε τελειώνουν και με μια ελπίδα ζεις ,πως, ίσως ,κάποτε θα τα ξανά γευτείς.
Έτσι η αυγή άρχισε να φοβάται τον κόσμο που είχε αφήσει τον εαυτό της να χαθεί ,σα να τρόμαξε στο σκοτάδι ,σαν να φοβήθηκε ,τα αστέρια το φεγγάρι ,τον κόσμο τους τον απατηλό ,που όλο υποσχέσεις γλυκές είναι , μοιάζει να τις ζεις ,μα είναι στο σκοτάδι και ας είναι με αστέρια και φεγγάρια στολισμένο στην καρδιά του το σκοτάδι. 
Τώρα πια αποζητά , κάποια σιγουριά σε κόσμο φωτεινό σε ουρανό λαμπρό. Που μόνο ο ήλιος μπορούσε να της την προσφέρει και έτσι την είδα να ξεκινά, σα να ξεγλιστρά από το της νύχτας το σκοτάδι και άρχισε δειλά- δειλά στον ουρανό να ξεπροβάλλει ,φως στον ουρανό να χαράζει ,δώρο της, το λιγοστό πρώτο φως της καινούριας μέρας , τον ήλιο μάλλον θέλει να καλοπιάσει.
Μόλις άρχισε να χαράζει, η αυγή, με την ματιά της στραμμένη προς τον ήλιο, σαν τον κοιτούσε ,σα να υπονοούσε ,σα να του υποσχόταν μια ερωτική ,εξαίσια γιορτή ,η ματιά της σαν να από τον ήλιο να ζητούσε ,στην αγκαλιά του να χαθεί, ποτέ της να μην φύγει από εκεί.
Στο αμφίβολο κάλεσμά της ,σαν μια θάλασσα η ματιά της, ο ήλιος γοητευμένος και σαγηνευμένος , έστειλε τις πρώτες του ακτίνες ,να τες, το πρόσωπό της ζωγραφίζουν και αυτή χαμογελάει και φιλάρεσκα του απαντάει μ΄ένα σύννεφο χρυσαφί ,σαν κάποιο ερωτολόγο να θέλει να του πει, κρυφά στο αυτί.
Το ντροπαλό φως της αυγής ,άρχισε τότε να ερωτοτροπεί ,με το αυτοπεποίθηση γεμάτο πρόσωπο του ήλιου, που η καρδιά του της υποσχόταν ,πως τίποτε πια δεν θα φοβηθεί, που η φλόγα του υποσχόταν ,ηδονές πολλές στην αγκαλιά του ,μα….αποσιωπώντας ,πως με την δύναμη του ,στο τέλος ,θα την έκανε να χάσει, το αχνό γλυκό της φως, μέσα στο δικό του.
Προς το παρών όμως, σαγήνευαν ο ένας τον άλλον ,ζωγραφίζοντας σύννεφα στον ουρανό πολλά ,σαν μηνύματα από πάχνη καμωμένα, στης ψυχής τους τον αργαλειό φτιαγμένα ,που όλο κάτι ήθελαν να πουν ,πως πόσο ο ένας τον άλλον λαχταρούν.
Οι ερωτευμένοι ζωγραφίζαν σύννεφα με χρώματα της πιο πολύτιμης και αιώνια απατηλής αγάπης που είχε δοθεί ποτέ .Έκαναν τα σύννεφα να αγκαλιάζονται μεταξύ τους ηδονικά, χαρίζοντας ονειροπόλες αποχρώσεις στον ουρανό. Πότε αγκάλιαζαν το ένα το άλλο, πότε έτρεχαν το ένα πίσω από το άλλο.
Έστελνε ένα ή αυγή ,έστελνε άλλο ο ήλιος ,για να το κυνηγήσει, στην αγκαλιά του το ένα το άλλο να τυλίξει και αν δεν με πιστεύεται ,δες τε τα σύννεφα την αυγή, κάτι από την νύχτα έχουν ,κάτι από την αυγή ,κάτι από τον ήλιο, γκριζωπά αχνά και χρυσό πόρφυρα θαρρώ πως είναι.
Σαν έφτανε το σύννεφο του ήλιου το σύννεφο της αυγής ,το στάλαζε με πορφυρές δροσοσταλίδες και αυτή όλο τις ζωγράφιζέ με χρυσαφιές πυγολαμπίδες.
Ο ήλιος όμως ,καθώς ανέβαινε ψηλά ,καθώς την αγκάλιαζε όλο πιο σφικτά, έκαιγε με τις πύρινες ακτίνες ,την εύθραυστη απατηλή αυγή ,την έκανε να ασφυκτιά, να χάνει την ομορφιά της ,τα όνειρα της ,τον κόσμο της, στην τετράγωνη την λογική του ,το όνειρό της να γκρεμίζεται.
Ο ήλιος ,μυστήριο πια δεν είχε, όλα γύρω του φωτεινά, χωρίς μαγεία άλλο πια ,καμιά σκιά χωρίς να διαπερνά, τα ψεγάδια φανερά και σαν τύχουν σύννεφα μπροστά του ,όλα τα σκορπίζει με μια του καταιγίδα.
Περνούσε η μέρα και η αυγή πνιγόταν ,ώσπου στο τέλος χάθηκε ,μέσα στο λαμπρό το φως του, άλλο πια δεν μπορούσε να αντέξει. Μα σαν χαλάρωσε το αγκάλιασμά του ο ήλιος, σαν κάποιο σύννεφο τον έκρυψε….. η αυγή χωρίς να το καταλάβει ….να τη ξεγλιστράει… το αστροκέντητο φόρεμα της ,για άλλη μια φορά φοράει, προς το σκοτάδι με τον αχνό ονειροπόλο κόσμο του την βλέπω να κοιτάει και αθόρυβα γοργά προς αυτό να πάει.
Ναι, μπορεί να την τραβούσε η σιγουριά , η πύρινη δύναμη του ήλιου, αυτή που την έκανε να νοιώθει πως αυτή μοναδική του είναι, πως κανείς πια δεν μπορεί να την πειράξει ,σαν βρίσκεται στην δική του αγκαλιά. Μα σαν το σούρουπο ερχόταν, στα χρώματα του δειλινού ντυνόταν.
Να τη όλο πάλι να γυρεύει ,από το σκοτάδι μάλλον ,μια νυχτιά να κλέψει και να την μαγέψει ,στο μυστήριό της να χαθεί ,στα χρώματα της, που όλο τρεμοσβήνουν ,που όλο κάτι άλλο σου θυμίζουν.
Να τη πάλι η αυγή, ευαίσθητη,γλυκιά και τρυφερή ,με το φόρεμα της που είναι γεμάτο αραχνοϋφαντα αστέρια απατηλά, στο φεγγαρόφωτο λουσμένη, σαν όνειρο γλυκό από το οποίο κανείς δεν θέλει να ξυπνήσει.
Του σκοταδιού η νύχτα, με τις ψεύτικες υποσχέσεις της, όχι καθαρές υποσχέσεις, υπονοούμενα μόνο, πονηρές ματιές, απατηλοί ήχοι που δεν βεβαιώνουν για τίποτα, πράγματα που έκαναν την αυγή να γεμίζει περιέργεια την φαντασία της να εξάπτεται, να θέλει να τρέξει όλο λαχτάρα στου σκοταδιού την ονειροπόλα αγκαλιά και ο ήλιος από την θλίψη του να θέλει να κρυφτεί στου ορίζοντα την γραμμή.
Μα σαν περάσουν οι ώρες, που σαν σημάνουν την αρχή , το δρόμο του τέλους θα μας δείξουν, πάλι για τον ήλιο ξεκινά η αυγή ,για να κάνει μια καινούρια αρχή  ο ήλιος να χαρεί και μια καινούρια μέρα να ….μας ξανά χαρίσει.
Και από τότε η αυγή ,σαν δύση, σαν ανατολή, σούρουπο και αν την πείτε, μην ξεγελαστείτε, είναι η ίδια η αυγή, σε άλλον κόσμο αλλοπαρμένη , σε δύο κόσμους έχει την ψυχή της χαραγμένη και όταν την ξαναδείτε ,είτε την συμπαθείτε, είτε την κακολογείτε, είτε δική σας είναι ,είτε αδιάφορη σας είναι ,να θυμάστε πως ίσως ,σε κάποια δύση, σε κάποια ανατολή, στης ζωής σας κάποια καμπή, να θέλετε κάτι από την εαυτό σας να της πείτε, με άλλο πια μάτι να την ξαναδείτε. 



                                      Μιχάλης Γεωργούλης