Σάββατο, 13 Μαΐου 2017

Ο θάνατος της χρυσαλλίδας


Η ώρα που ήταν να πετάξεις
η στιγμή όλα να τ΄ αλλάξεις
η χρυσαλλίδα που έκρυβες
μέσα σου τόσα χρόνια τώρα
με υπομονή καρτερικά μέχρι 
η πεταλούδα να ξεπροβάλλει…


Το βιβλίο πια να σφραγίσεις
θριαμβευτικά να κλείσεις
που ευλαβικά το είχες στολίσει
με της ψυχής σου τα σημάδια
τις πληγές της να γιατρέψεις
από ελπίδες που χάθηκαν 
απ΄ όνειρα που απέμειναν
στο χρόνο να ξεψυχάνε.


Κρυβόσουν σε δωμάτιο σκοτεινό
που χε ρωγμές στους τοίχους
και παράθυρα δίχως ήλιους
με το βιβλίο της ψυχής σου 
συντροφιά μοναδική σου
τους ανέμους απειλούσες
που τρόμαζαν τη ψυχή σου
σε όνειρα ακροβατούσες
από τη ζωή λιποτακτούσες.


Πολλές οι νύχτες η αναμονή
για μια αυγή στην ανατολή
ελπίδες ότι θα σου παραδώσει
ονειρευόσουνα πως θα σου δώσει
ζωγράφιζες ένα σπουδαίο ψέμα
που έμοιαζε στα δικά σου μάτια 
σαν ένα αστραφτερό στέμμα
βγαλμένο από μια σου αλήθεια.


και την ώρα που νόμιζες
πως έφτασε θεώρησες
η χρυσαλλίδα θα μεταμορφωθεί
μια πεταλούδα θα γεννηθεί,
με χρώματα να σου μιλάνε
το μυαλό σου να μεθάνε
σαν από όνειρο παρμένα
από κάποια Εδέμ κλεμμένα


να μοιάζει να φαντάζει
μια άνοιξη ότι φέρνει
μα …μετέωρη έμεινε εν τέλει
χωρίς αυγή δίχως ανατολή
και μια καταιγίδα ένα χαλάζι
άρχισε να περιγράφει
το τέλος που ταιριάζει


Η χρυσαλλίδα έσβησε χάθηκε 
κοιτάξτε πως απέμεινε
αλίμονο πως μοιάζει
σαν άψυχο μικρό πουλί
λες και έχει αποκοιμηθεί
αποκούμπι έχει βρει
στο βιβλίο των ονείρων
που κάπου κάποτε
είχε γράψει είχε ουρλιάξει
μια μέρα ότι θα πετάξει
πως τη μοίρα του θ΄ αλλάξει.



                      Μιχάλης Γεωργούλης