Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

Φεβρουάριος


Απ' το παράθυρο στα βάθη μακριά,
Ο κάμπος ξεχωρίζει,
Και φαίνεται η αποκριά
Μέσα στο δρόμ' όλη βοή που τριγυρίζει
Είν' ο καιρός όπου τρελή γιορτάζ' η χώρα,
Και σιέται η μυγδαλιά με κάλλη ανθοφόρα.

Φτωχός ο κάμπος μας, μα όχι και γυμνός,
Αφού είν' ασπροντυμένος.
Μοιάζει με νιο που αχαμνός
Κι απ' την αρρώστια κάτασπρος ειν' ο καημένος.
Στο δρόμο άμαξες, μεθύσι, προσωπίδες,
Και ρίχνει ο ουρανός βροχής ρανίδες.

Τι τάχα να είσαι θλιβερή, ψιλή βροχή, 
Που αργά κι αγάλι 'γαλι
Μας έρχεσαι την εποχή
Που τα νυφιάτικα η μυγδαλιά έχει βάλει; 
Η φύσις κλαίει τη χειμωνιά που την παγώνει,
Ή κλαίει από χαρά στο Μάρτη που σιμώνει;

Σ' εκείνο το παράθυρο μπροστά κρατεί
Η μάννα το παιδί της,
Πότε του δείχνει τη γιορτή,
Πότε την εξοχή με τη λευκή στολή της.
Αποκριάς χαρά φωτίζει τ' αγγελούδι, 
Κι η μάννα είν' έμορφη, σα μυγδαλιάς λουλούδι.

Ρίχνει τα μάτια της και βλέπει τα βουνά
Μ' ολόχιονο φουστάνι, 
Και με το νου της αρχινά
Και χίλιους μύριους στοχασμούς άθελα κάνει,
Λιγάκι θλιβερούς σα νέφη του Φλεβάρη,
Μα πάντα καθαρούς, σαν του χιονιού τη χάρη.

Γιατ' είναι μάνα με μυαλό και με καρδιά,
Και είναι η ζωή της
Λουλούδι με τριπλή ευωδιά
Που της σκορπά ο Θεός, ο κόσμος, το παιδί της.
Την ενθυμίζ' η χειμωνιά κι η αγριάδα
Ότι κοντεύει του Μαρτιού να ρθει η λιακάδα.

Και νιώθει σαν γλυκιά μαρτιάτικη αυγή
Στα βάθη της ψυχής της,
Κι ακολουθά η συλλογή:
- Παρόμοια κι ο δυστυχής όπου η πίστις
Και τ' ουρανού η ελπίς φωλιάζει στην καρδιά του, 
Νιώθει μια δύναμη γλυκιά στη συμφορά του. 

Ενώ μας δέρνουνε του κόσμου τα δεινά,
Βάλσαμο η πίστη χύνει.
Κι ενώ είναι χιόνι στα βουνά,
Για ιδές η μυγδαλιά τον κάμπο πώς τον ντύνει!
Μ' απ' το παιδί μου μακριά πίκρες και πόνοι,
Και το Θεό η χαρά να του θυμίζει μόνη.

Σε τέτοιους στοχασμούς ο νους της καταντά,
Και άλλα συλλογιέται.
Μα το παιδάκι της κοντά
Στην τρέλα της αποκριάς βουτιέται.
Ξεχνά τα τόσα του παιχνίδια, και το κρύο,
Κι έχει παράπονο, και πόθους χίλιους δύο.

Μεσ' την καρδούλα του, αγάπες του χρυσές, 
Σωριάζονται ωραίες
Και πλουμισμένες φορεσιές
Και μάσκες και σπαθιά και περικεφαλαίες.
Κυρίες το κοιτούν, τις ρίχνει ζαχαράτα,
Κανείς την έμορφη δεν ξέρει μασκαράτα...

Ακόμα στο παράθυρο μπροστά κρατεί
Η μάννα το παιδί της.
Ξεχνιέτ' εκείνο στη γιορτή,
Κι αυτή στην εξοχή με τη λευκή στολή της.
Αποκριάς χαρά φωτίζει τ' αγγελούδι,
Κι η μάνα είν' έμορφη σα μυγδαλιάς λουλούδι.


                                      Κωστής Παλαμάς


Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2017

Κι όλα αυτά για σένα




Είμαι ένα καράβι, που σκουριάζει στο λιμάνι.
Είμαι ένα γεράκι, που πεθαίνει στο κλουβί,
ένας ταξιδιώτης, που στη χώρα του δε φτάνει,
μία παρουσία απρόσωπη, βουβή.

Κι όλ' αυτά για σένα
κι όλ' αυτά για σένα,
που ήσουνα το τίποτα 
και έγινες τα πάντα μου.
Κι όλ' αυτά για σένα
κι όλ' αυτά για σένα,
που έφυγες και γκρέμισες
τον κόσμο μες στα μάτια μου.
Κι όλα αυτά για σένα.

Είμαι ένα ρολόι στο μηδέν σταματημένο,
πόρτα κλειδωμένη, που δε χτύπησε κανείς.
Πες μου πού να πάω να σε περιμένω
μη μου λες μονάχα πως δεν θα ξαναρθείς.



                                          Μάρω Μπιζάνη



Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017

Χαμένες ελπίδες



Έγειρε το κεφάλι της
πίσω στο παγωμένο μάρμαρο
για λίγο να ξεκουράσει το κορμί της.
Τα ρούχα της ξεφτισμένα.
Τα πάνινα παπούτσια της σκισμένα ,
βρεγμένα όπως και τα όνειρά της .
Δίπλα της ,
λίγα παγωμένα λουλούδια .
Δίπλα της,
οι ξαπλωμένες αναμνήσεις .
Έκλεισε τα βλέφαρά της
προσπαθώντας για λίγο
να κλείσει μέσα τους την αγάπη .
Ύστερα
έσφιξε δυνατά τις χούφτες της,
ελπίζοντας..
ότι η ελπίδα δεν θα ξεφύγει ......





                                                                                                        Mixalis Dematas

Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2017

Οι άνθρωποι με τις αληθινά όμορφες ψυχές.



Ένας σκασμός όμορφοι άνθρωποι. 
Γύρω, πίσω, πλάι. 
Εκεί που δεν το περιμένεις, έρχονται. 
Εκεί που τους ζητάς, χάνονται. 
Αναρίθμητοι, όμορφοι άνθρωποι. 
Φοβισμένοι, σκυθρωποί, λαβωμένοι, πικραμένοι. 
Βλέμματα θολά και λίγο τρελαμένα, κουβέντες μέσα απ’ τα δόντια, βαβούρα στο μυαλό. 
Περπατούν κι εξαφανίζονται. 
Παντού και πουθενά.

Μια χούφτα όμορφοι άνθρωποι. Με τα δικά τους. Τα καλά τους, τα στραβά τους, τα θέματά τους. 
Άρρωστοι, υγιείς, γερασμένοι, κουρασμένοι, χωρισμένοι, παντρεμένοι, γονείς κι έφηβοι. Άσπροι, μαύροι, κίτρινοι, κόκκινοι. 
Διαφορετικοί με μια ομοιότητα που τρομάζει. 
Πάντα όμορφοι με έναν τρόπο προσωπικό και τόσο μοναδικό.

Άνθρωποι βουβοί, καταθλιπτικοί, γελαστοί, πρωτευουσιάνοι, επαρχιώτες. Μεγαλωμένοι στα πούπουλα ή στα αγκάθια, με σκοπούς, με σκέψεις, με οράματα κι ελπίδες. 
Άνθρωποι με απώλειες, με χαμένους συγγενείς, φίλους, έρωτες. 
Με πληγές και τραύματα, με σημάδια κρυφά και σταυρούς αβάσταχτους. Με λόγια ανείπωτα και παράπονα για όλα ή τίποτε. Με περηφάνια ή γκρίνια. 
Πολεμιστές ή παραδομένοι. 
Με πόδια που σέρνουν κορμιά και χέρια που σηκώνουν βαρίδια.

Ένας κόσμος άνθρωποι. Με ένα καλό λόγο κι έναν κακό. 
Ένα «χαίρεται» κι ένα «άι στον αγύριστο».

Όμορφοι άνθρωποι που δίνουν και προσφέρουν και κάνουν πίσω και στέκονται δίπλα. 
Άνθρωποι που, αν δεν τους είχες, τίποτε δε θα ήταν ίδιο. 
Άνθρωποι που σε βελτιώνουν, που σε αλλάζουν, που σε ομορφαίνουν.

Άνθρωποι σαν και σένα που συχνά ξεχνάς πόσο όμορφος είσαι.


                                                                       Κατερίνα Χηνάρη




Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2017

Ζωή στιγμή



Έτσι γεννήθηκα κι έζησα, 
αστραπιαία…
όσο κρατάει ένας κύκλος νερού 

από ένα βότσαλο
που ταράζει τη γαλήνη του.

Σαν μια μαγεία της στιγμής…
χιονονιφάδας, που κάθισε στο μάγουλό σου,
χόρεψε μπροστά στο βλέμμα σου
κι έλιωσε,
τόσο σύντομα…

Έτσι μόνο μπορώ να υπάρχω,
για μια στιγμή 
 θα γεννιέμαι και θα πεθαίνω,
σαν μια ευτυχία κάθε φορά
μες στης ζωής σου τις στιγμές.




                                             ΛΙΤΣΑ ΜΟΣΚΙΟΥ 




Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2017

Άργησες…. Συγνώμη




Φιλί γλυκό,
μάτια κλειστά,
ήρεμο πρόσωπο,
τρυφερό το χάδι

Αλλού η ματιά,
σφιγμένα τα χείλη,
σκέψη θλιμμένη,
λογισμός που λέει....

Γιατί; 
Γιατί τώρα;
Πού ήσουν;
Τι έκανες;

Αυτή τη στιγμή...
κοιτάω μπροστά…
βλέπω αλλού….
Άργησες…. 
Συγνώμη ….




                                                  Δέσποινα Μπουκουβάλα

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2017

Σ'ενα μου φιλι για σενα



Σ'ενα μου φιλι για σενα
αρνηθηκα ολα μου τα περασμενα.
Ολα οσα γεννηθηκαν μεσα μου

ακομα κι εκεινα τα αγεννητα.
Σ'ενα μου φιλι για σενα
βγηκα στους δρομους
και εγραψα με κοκκινο λεξεις του ερωτα.
Περασα αναμεσα απ'τον ανεμο
και χαιδεψα τις ακρες των κυκλαμινων.
Βουτηξα στης θαλασσας τα βαθη
κοραλια επιασα κι επλεξα
γιορτανια στα μαλλια των κοριτσιων.
Χορεψα με τις σταλες της βροχης ως το ξημερωμα.
Μια προσευχη στης νυχτας τη σιωπη κρεμασα
ακομα και τα ονειρα προετοιμασα για σενα.
Σ'ενα μου φιλι για σενα
ηθελα να εξημερωσω ολες τις αισθησεις μας.
Μα οταν τα χειλη μας ενωθηκαν
ποσο μικρος ολος ο κοσμος αγαπη μου
στου Ειναι σου τη ζεστασια.


                                              Δεσποινα Αποστολακη



Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2017

Το Γενάρη σου στέλνω



Ήρθε πάλι σκοτάδι το φεγγάρι γυμνό,
καθρεφτίζει η ψυχή του σε ποτάμι θολό,
ήρθε πάλι η αγρύπνια με το φως ανοιχτό,
μου χεις γίνει συνήθεια μες στο άδειο μυαλό.


Στερημένη ψυχή μου,
η αγάπη μακριά,
το Γενάρη σου στέλνω,
να σου δώσει φιλία.
Ένα γράμμα προσμένω,
να μου στείλεις κι εσύ,
πριν σου πω πως πεθαίνω
και χαθώ απ τη ζωή.


Ήρθε πάλι σκοτάδι το φεγγάρι σιωπά,
τα αστέρια χαθήκαν έτσι απλά με ένα γεια,
ήρθε πάλι ο φόβος τρέμει εδώ το κορμί,
αν αργήσεις να έρθεις δεν θα υπάρχω πολύ.



                              Ηλίας Πάπας



Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

Ο Άμλετ της σελήνης




Ξεγέλασες τους ουρανούς με ξόρκια μαύρη φλόγα

Πως η ζωή χαρίζεται χωρίς ν’ ανατραπεί
Κι όλα τα λόγια των τρελών που ήταν δικά μας λόγια
Τα μάγευες με φάρμακα στην άσωτη σιωπή



Πενθούσες με τους έρωτες γυμνός και μεθυσμένος
Γιατί με τους αθάνατους είχες λογαριασμούς
Τις άριες μιας όπερας τραύλιζες νικημένος
Μιας επαρχίας μαθητής μπροστά σε δυο χρησμούς



Τι ζήλεψες τι τα ‘θελες τα ένδοξα Παρίσια
Έτσι κι αλλιώς ο κόσμος πια παντού είναι τεκές
Διεκδικούσες θαύματα που δίνουν τα χασίσια
Και παραισθήσεις όσων ζουν μέσα στις φυλακές



Και μια βραδιά που ντύθηκες ο Άμλετ της Σελήνης
Έσβησες μ’ ένα φύσημα τα φώτα της σκηνής
Και μονολόγους άρχισες κι αινίγματα να λύνεις
Μιας τέχνης και μιας εποχής παλιάς και σκοτεινής





                      

                                   Μάνος Ελευθερίου





Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2017

Μας έφτασε ο βαρύς χειμώνας



Μας έφτασε ο βαρύς χειμώνας

χωρίς τραγούδια και πουλιά,
στα σύννεφα τρυπώνει ο ήλιος
και το φεγγάρι στην ομίχλη,
τα φύλλα τα χλωμά ένα ένα ρίχνει
στη γη η κληματαριά.


Μουχρώσαν τα βουνά και οι κάμποι,
τα στενορύμια και οι αυλές,
αμίλητα στοιχειά τα δέντρα
στέκουνε ολόρθα στη βροχή
στέκουνε ολόρθα στους ανέμους,
στοιχειώσανε τα μονοπάτια
κι ερήμαξαν οι ακρογιαλιές.
Φεύγουνε οι μέρες του χειμώνα,
σαν ταξιδιάρικα πουλιά,
θα βγει απ’ τα σύννεφα κι ο ήλιος
κι απ’ την ομίχλη το φεγγάρι,
πράσινα φύλλα θα βλαστήσουν
και πάλι στις κληματαριές,
τα μονοπάτια θα ξυπνήσουν,
θα ζωντανέψουν τ’ ακρογιάλια,
θα λουλουδίσουν τα μπαλκόνια,
θα λουλουδίσουν τα κλαδιά,
και θά ’ρθουνε τα χελιδόνια.



                             Διαλεχτή Ζευγώλη-Γλέζου



Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

Μέσα από σένα




Νιώθω να πέφτω μη μ’ αφήσεις 
στο σώμα σου να με κοιμήσεις να ζεσταθώ 

βραδιάζει πάλι και κρυώνω 
τον εαυτό μου ξεγυμνώνω σ’ ότι αγαπώ.




Έψαχνα χρόνια να σε βρω

τώρα μαζί σου στο βυθό τα χω χαμένα
από το φως σου θα πιαστώ να αγγίξω λίγο ουρανό 
μέσα από σένα μέσα από σένα μέσα από σένα.




Κομμένη ανάσα στο σκοτάδι 

απ’ το φιλί σου ανάσας χάδι θα γεννηθώ
να βγει ξανά απ’ την ρωγμή μου 
η ξεχασμένη δύναμη μου να σ’ αγαπώ.




Έψαχνα χρόνια να σε βρω

τώρα μαζί σου στο βυθό τα χω χαμένα
από το φως σου θα πιαστώ να αγγίξω λίγο ουρανό 
μέσα από σένα μέσα από σένα μέσα από σένα.


                                             Έφη Πανταζοπούλου


Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2017

Αργοναύτες



Λίγο ψωμί λίγες ελιές και το λυχνάρι
και το νερό της ξενιτιάς σου τ’ αλμυρό, 
τ’ άλογα τρέχουν `κει χωρίς τον καβαλάρη
μα ποιος προφταίνει να κερδίσει τον καιρό, 
τώρα που ο κόσμος είναι πόρτα με χορτάρι
κι όσο να ψάξω στη ζωή δε θα σε βρω.

Ποιος σου `χε τάξει να χαμογελάς τοξότη
με μιαν ευχή κι ένα φιλί σαν φυλαχτό;
Στην Προποντίδα να περάσεις στρατιώτη
και να πουλιέσαι στο παζάρι για σφαχτό, 
ποιος σου `χε τάξει τη ζωή και τον καημό της
και να κοιμάσαι μ’ έναν ψεύτικο Θεό;

Ποιος φίλος έπαιξε τη μοίρα σου στα ζάρια, 
πίσω από σένα ποιος μοιράζει τα χαρτιά, 
ποιος κανονίζει τις αυγές και τα φεγγάρια
και ποιος αλλάζει τον βοριά και το νοτιά;
Τόσα ταξίδια και καημοί τόσα κουφάρια
άδικα πήγαν των αδίκων στην φωτιά.


                      Μάνος Ελευθερίου