Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2016

Τα φώτα της πόλης




Δέσμιοι
Δέσμιοι του κάθε μέρα και
δέσμιοι του επειδή.
Δέσμιοι της συνήθειας και του έτσι πρέπει και του έτσι είναι.
Κλειδωμένοι στα έγκατα της ψυχής μας,
μην ξεφύγει μιλιά,
μη σου πω σ αγαπώ και πεθάνω,
μη μου πεις και εγώ και χαθείς.
Πολιορκημένοιαπο τα σύννεφα που σιγά σιγά μαζεύονται
και πως θα μείνουμε στεγνοί.
Εξαντλημένοι από τους τοίχους που στενεύουν,
και κάθε βράδυ γυρνάμε σέρνοντας τα κορμιά μας βαριά και
ρυπαρά από τα καυσαέρια της ζωής που μας ακουμπάει ξυστά,
γυρνάμε και ανάβουμε το φως,
όχι,
τα φώτα,
φώτα πολλά για να μη νιώθουμε μόνοι,
το φως του μπάνιου ανοιχτό,
και της τηλεόρασης,
και το φως από το στέρεο
και το φως του υπολογιστή,
φως στο σαλόνι και φως στην κουζίνα,
και τριγυρνάμε στα δωμάτια,
και ψάχνουμε,
μανιωδώς,
κάτι κάτι κάτι να κάνουμε,
ανάβουμε τα φώτα να βλέπουν οι απέναντι οτι ζούμε,
υπάρχει άνθρωπος εδώ,
ακόμα,
άνθρωπος μόνος στο άγριο της πόλης που βραδιάζει.
Κι εσύ ένας τέτοιος,
σαν αγρίμι σε φαντάζομαι,
να σέρνεις τα πόδια σου μιλώντας στο τηλέφωνο ενω δε θέλεις,
μα έτσι έχεις επιλέξει ν αναπνέεις,
ακούς μουσικές απο δύο πλευρές
και πάλι δε χορεύεις,
πίνεις μπύρες και πάλι δε μεθάς,
ένας τέτοιος άνθρωπος,
μες στα σκοτάδια,
κι αντί να συρθείς μέχρι την πόρτα μου,
κουρασμένοι κι οι δύο,
να μου πεις έλα να κάψουμε τα φώτα της πόλης γιατί σε θέλω,
αντί γι αυτό
κλειδώνεις την πόρτα και κοιμάσαι μόνος.


                               Μαρία Κροκιδά