Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2015

Ο Χρόνος


μπήκε στη στενή κάμαρη μιας σκέψης

που μύριζε διαπιστώσεις κι αποχωρισμούς
και βγήκε με το πανωφόρι σκονισμένο
και τ’ όνειρο τριμμένο


παντού διόδια 

ακόμα και στις αλάνες
των κατεστραμμένων ευχών
πήρε το κοφτερό τραπεζομάχαιρο 
της ενοχής
κι έκοψε σε λωρίδες
τα σημαντικότερα γεγονότα
της περασμένης εβδομάδας
ο τόπος πλημμύρισε αναμονές
και ανεστραμμένα ξέφωτα
πριν τα ξημερώματα 
σκέπασε τον κόσμο
με ένα λεπτό χαμόγελο αλλοφροσύνης
και βγήκε στα στενά του ανεκπλήρωτου
τα σύννεφα τρέχουν
για να ταπεινώσουν
τ’ ακίνητα σταυροδρόμια
και οι αναμνήσεις πετούν 
για να χλευάσουν τη λίθινη πραγματικότητα
στήθηκε στο λόφο με σηκωμένο το γιακά 
της απορίας 
είναι βαρύς ο χρόνος
χωρίς τα φτερά μιας μεταμόρφωσης
ή τα πέδιλα κάποιας περιπλάνησης


Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2015

Να ‘μουν του σταύλου έν’ άχυρο




                    Να ‘μουν του σταύλου έν’ άχυρο, ένα φτωχό κομμάτι
την ώρα π’ άνοιγ’ ο Χριστός στον ήλιο του το μάτι.


                      Να ιδώ την πρώτη του ματιά και το χαμόγελό του,

                      το στέμμα των ακτίνων του γύρω στο μέτωπό του.


                      Να λάμψω από τη λάμψη του κι’ εγώ σαν διαμαντάκι

                      κι’ από τη θεία του πνοή να γίνω λουλουδάκι.


                      Να μοσκοβοληθώ κι’ εγώ από την ευωδία,
                      που άναψε στα πόδια του των Μάγων η λατρεία.

                      Να ‘μουν του σταύλου ένα άχυρο ένα φτωχό κομμάτι
                      την ώρα π’ άνοιγ’ ο Χριστός στον ήλιο του το μάτι.







Χριστούγεννα


Το σήμαντρο της εκκλησιάς αχολογά με χάρη
καλώντας τους χριστιανούς για τον εσπερινό
και μια κοπέλα λιγερή με πρόσωπο φεγγάρι
σκουπίζ’ απ’ τα ματάκια της το δάκρυ το στερνό.
Παιδόπουλα με όργανα τις γειτονιές γυρίζουν
«Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλη…»
χίλιες γλυκές ανάμνησες στη σκέψη φτερουγίζουν,
κι απ’ το ποτήρι της χαράς θε να μεθύσουν όλοι.
Κι η κόρη μπρος στην Παναγιά, παρακαλώντας λέει:
-Δέσποινα Συ, Καλή Κυρά, λυπήσου με, Παρθένα,
δως τη χαρά σε μια καρδιά που μέρα νύχτα κλαίει
και τον λεβέντη π’ αγαπώ, αχ φέρτονε σε μένα!
Η Οικουμένη προσκυνά, Χριστούλη μου, μ’ ελπίδα
την Φάτνη που γεννήθηκες, η φύση εορτάζει
οι ταπεινοί προσμένουνε μια σπλαχνική αχτίδα
και μόνο στην καρδούλα μου ριζώνει το μαράζι.
Κι ενώ σωριάζεται στη γη η κόρη πικραμένη
τα δάκρυα ποτίζουνε τα ροδομάγουλά της.
Μα, να! Η πόρτα διάπλατη, χωρίς να το προσμένει
και σε λιγάκι βρίσκεται ο νιος στην αγκαλιά της.


Αχ



Αχ! οι άνθρωποι
πράγματα αγοράζουν και ξεχνούν.

Καταναλώνουν τα σκουπίδια που παράγουν και ξεχνούν.
Ξεχνούν το σώμα του ήλιου
που σφηνώνει ανάμεσα στων δέντρων τα κλαδιά. 
Ξεχνούν το πέπλο της ομίχλης
που ο άνεμος σπρώχνει απαλά
στη φωτεινή πεδιάδα.
Ξεχνούν οι άνθρωποι 
τα πουλιά του πρωινού 
που κελαηδούν αιώνες τώρα
κρατώντας τον αρχαίο ρυθμό.
Αχ! η ματαιοδοξία πράγματα άχρηστα
τους κάνει να αγοράζουν
πετώντας τα μέσα στο στόμα του κενού
που τους ακολουθεί,
ταΐζοντας το αχόρταγο θηρίο.
Το αβυσσαλέο στομάχι του καιρού.
Αχ! πως ξεχνούν οι άνθρωποι
τα ένδοξα γαμήσια που τους φέραν στη ζωή.
Αχ! πως ξεχνούν οι άνθρωποι 
τα ένδοξα γαμήσια που τους κρατάνε στη ζωή. 
Ω! έρωτα σκληρέ, τραχύ, αλλά με γεύση εξαίσια
εσύ ότι έχουμε για την αιώνια πείνα μας.



Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2015

Απουσία



Λιβάδια χέρσα κι έρημα απλώνονται μπροστά μου,

και η ψυχή μου αδιάφορη όλα τα προσπερνά,
τι άγονα...τι ζοφερά σκοτάδια στην καρδιά μου,
λείπεις..κι η απουσία σου,με καίει...με πονά....

Ανταριασμένη θάλασσα τα συναισθήματά μου,
τρικυμισμένο το μυαλό αλήθειες κυνηγά...
σαν ναυαγός του ονείρου σου,εγώ και η σκιά μου
παλεύω μες τα κύματα του πόθου σου ξανά...

Σαν αστραπές τον ουρανό κόβουν οι στεναγμοί μου...
σύννεφα γκρίζα απλώθηκαν πολλά και τον σκεπάσαν...
γύρισε πίσω πριν χαθώ...με τρώνε οι καημοί μου...
μες την φωτιά την σκέψη μου τα βάσανα πετάξαν...

Σεισμός γίνεται μέσα μου...άλλο πια δεν αντέχω,
να μην μπορώ χαρά να βρω,ούτε και την γαλήνη
τούτες τις σκέψεις ράγισα,μέσα μου να τις έχω
που να' ναι εκείνος ο καιρός που την χαρά μου δίνει...



Φτερούγισμα



Συνήθιζα να περπατώ στης νύχτας τα σκοτάδια,

γιατί είχα πόνο στην ψυχή και την καρδιά μου άδεια..

Έκανα κύκλους δηλαδή στον χώρο και στον χρόνο,
να κάνω πέρα τους καημούς,να ξεπερνώ τον πόνο.

Είχα κλειστά τα μάτια μου,ψηλαφιστά μονάχα ,
το μονοπάτι μου έβρισκα,τι θα κοστίσει τάχα...

Ετσι κι αλλιώς,κατάμαυρα,όλα τριγύρω μου ήταν,
τα χέρια μου που απλώνονταν οτι 'θελα το βρίσκαν..

Κλεισμένη μες στις σκέψεις μου μόνη μου περπατούσα,
λύτρωση απο τα βάσανα, απ' το θεό ζητούσα..

Μέχρι που αξιώθηκε και είδε την μορφή μου,
κι άγγελο από τον ουρανό έστειλε στην ζωή μου..

μια ροδαυγή,στο χάραμα,ήρθε άυλος κοντά μου
και δυο φτερά ακούμπησε πάνω στα γόνατα μου...

Φόρεσε αυτά...ψιθύρισε,και βγες ξανά στη μέρα,
δεν σου ταιριάζει η νυχτιά,προχώρα παραπέρα...

Θα' χεις εμένα στήριγμα,δεν θέλω να φοβάσαι,
άμε να πιάσεις την ζωή και κερδισμένη θα'σαι...

Τόλμησα και τα φόρεσα...Χριστέ τι ευτυχία!!!
βγήκα στο φως,απέκτησα,κι εγώ πάλι αξία...

Ο άγγελος μ 'ενθάρυνε μου έδινε κουράγιο,
και μ'οδηγουσε σταθερά στσ' ελπίδας το μουράγιο..

Μα όπου υπάρχουν άγγελοι,καραδοκούν διαβόλοι,
και περιμέναν την στιγμή τσ 'αδυναμίας, που 'ολοι ,

άντρες,γυναικες και παιδια ,πάνω μας κουβαλούμε,
και μας ρημάζει τη ζωή,μας κάνει να πονούμε..

Μπήκε λοιπόν ο δαίμονας κι έκλεψε τα φτερά μου,
και τώρα ένα τίναγμα,είναι το πέταγμά μου...

Αμέσως μίσησα το φώς,και καταφύγιό μου,
έγινε πάλι η νυχτιά,μέρος καταδικό μου..

Κι όσο οι ώρες μου περνούν,τόσο και 'γω βουλιάζω,
πικρό,βαθύ παράπονο απ' την καρδιά μου βγάζω..

Θέλω ξανά στους ώμους μου τα πλουμιστά φτερά μου...
θέλω τον άγγελο ξανά,που έφυγε μακριά μου..