Κυριακή, 29 Μαρτίου 2015

Μοίρα μου



Ήταν μια νύχτα που σε γνώρισα τυχαία 

Ήταν μια ώρα που χε ανάγκη η καρδιά 
Και εσύ που ήσουνα τραγούδι του αγέρα 
Και εγώ που ήμουνα πνιγμένη στα ρηχά
Μου είπες «αύριο χαράζει άλλη μέρα»
Και μου ακούμπησες το χέρι στα μαλλιά

Ήταν μι α νύχτα που ήταν όλα νικημένα
Ήταν μια ώρα που περπάταγε σιγά 
Και εγώ που είχα αδειανά τα δυο μου χέρια 
Και εσύ που ήσουν μια θάλασσα βαθιά
Μου είπες «δίπλα σου η νύχτα είναι μέρα»
Και έτσι χαράξαμε πορεία στα τυφλά»

Ήταν γραμμένο να αφεθώ μες τη ζωή σου
Τα πληγωμένα μου να μάθεις μυστικά
Όλα τα γλύκανε η κιθάρα και η φωνή σου
Κι ας ήταν όλα γεγονότα εκρηκτικά
Μπορείς να υφαίνεις μ΄ ένα χάδι τη ψυχή μου
Μπορώ να υπάρχω μέσα από σένα τελικά

Τώρα αντέχω τη ζωή γιατί σε έχω 
Σε αγαπώ γιατί μονάχα σ, αγαπώ 
Μόνο αγάπη μόνο αγάπη σου παρέχω
Με δίχως όρκους και υποσχέσεις σε αγαπώ



Φίλος σου...



Φίλος σου ...
της ερημιάς μου αερικό
σκιά που γλίστρησε
αβίωτες σ 'αναμνήσεις
και την ψυχή μου βάσταξε ..
σε κλεισμένο κοχύλι
να μη μπορώ
τον ήλιο κατάματα να δω,
μόνον ρωγμές ακτίνων
αχνολαμπυρίζουν
το ριγμένο στα βράχια του
όστρακο ...
 
Φίλος σου ...
έρημο σπασμένη φτερωτή σ 'μήλο
που δεν γυρίζει
ανέμου χάδι τ 'να μην μπορεί να γευτεί
μετρά περάσματα ήχων
κι αγγίγματα ήλιων
που ποτίζουν το ξεφτισμένο του δέρμα
στους περιστρεφόμενους κύκλους
μιας σιωπής
σε πλάνα βορειοδυτικών αναζητήσεων
με την καρδιά να φυσά τους παλμούς
άλλους γι 'ουρανούς.
 
Φίλος σου ...
που ψάχνει για χρόνια ανοιχτά
σε δρόμους κλειστούς
με άδεια όνειρα
ελπίδες μ 'μετέωρες
στην άκρη του ταξιδιού
αναζητώντας μια καινούργια ζωή
ρίχνοντας άλλη μια φορά στη φωτιά
εκείνα που έζησε δίπλα στο ανέφικτο
της αθροιστικής μοναξιάς του.



Μαύρα ίχνη



Από μικρή μου έλεγαν να ζήσω σαν μεγάλη
πίσω από πόρτες ανοιχτές να γίνω κάποια άλλη
με γαλουχήσαν να δεχτώ πως ότι λένε στέκει
μα δεν με ‘μάθαν να αγαπώ και τώρα πέρα βρέχει
Σαν ελεύθερο κορμί μπήκα στον κόσμο με ορμή και μου ‘κοψαν την τύχη
σαν ένα λευκό πανί που γέμισε η ζωή με μαύρα ίχνη
Οι δάσκαλοι σου ήτανε στο δρόμο ξεγραμμένοι
μές στης ζωής τα στεγανά ήταν σφιχτά δεμένοι
σου πιπιλίσαν το μυαλό και την καρδιά θολώσαν
όμως αντέχει το κορμί όσο και αν το λερώσαν
οι δάσκαλοί μου ήτανε στο δρόμο γεννημένοι
η ιστορία τους βαριά στα χέρια κεντημένη
αυτοί με ‘μάθαν να αγαπώ να σέβομαι την μοίρα
τον πόνο από το χαμό την πίκρα απ’την αλμύρα
Σαν περήφανο παιδί με εγωισμό και με ντροπή και με περίσσεια τύχη
σαν ένα λευκό πανί που γέμισε η ζωή με μαύρα ίχνη
Σαν λευκό πανί μ’ απλώσαν στην ζωής μας το σχοινί δεν άντεξε πολύ και έπεσα κατάχαμα στην γη με μαύρα ίχνη.



Λιθάρια φυλακές του ήλιου κι αγριόχορτα


Λιθάρια φυλακές του ήλιου κι αγριόχορτα
Βασανισμένα μέσα στην μεγάλη κάψα.
Δευτέρα.. 
      
Και ανυπεράσπιστη και εκκωφαντική!
Από έναν λαό τζιτζικιών που παίρνουν
Τ’ αυτιά των πεύκων.




Φλεγόμενες στιγμές



Έβαψες την ανάσα σου με σιωπές

στόλισες τους ήχους με ερημιές
θρυμμάτισες τους ανέμους με κραυγές
στης αυταπάτης
τις φλεγόμενες στιγμές


Σάββατο, 28 Μαρτίου 2015

Ξένε διαβάτη



Δρόμοι κλειστοί , φώτα σβηστά
και συ γυρεύεις στα τυφλά
τον ίσκιο σου ψάχνεις να βρεις 
μιας περασμένης σου ζωής

τον αντικρίζεις στα στενά
μες του μυαλού τα σκοτεινά
φωτογραφία σου θολή
και έχει ραγίσει το γυαλί

ξένε διαβάτη ....
που γυρνάς; τι θέλεις άραγε που πας;
σε ποιο ακρογιάλι έχεις πιει 
στυφό νερό από πληγή; 
ποιον όμορφο κόσμο αναζητάς
και σε πονάει ότι κοιτάς;

η ανημποριά παρηγοριά
κι η πίκρα σου μια αγκαλιά
κλείνεσαι μέσα σε κλουβί
ο εαυτός σου μη σε βρει

κρατάς την πόρτα σου κλειστή
σε όποιον περαστικό διαβεί
διπλό το μάνταλο γερό
να αντέχει χρόνο και καημό

ξένε διαβάτη 
σβήσε απ τα μάτια σου το δάκρυ
είναι η ζωή ρουλέτα 
την ξέχασε ένας θεός σε μια μεγάλη πέτρα
κάθε της κύκλος...ανάσας ο σταματημός 
κάθε της μπίλια καινούργιος νιόφερτος παλμός

κόκκινο και τραβάει μπροστά
μαύρο και πίκρα σε κερνά
μα όσο κι αν σε τυραννά 
φέρνει το γέλιο τη χαρά

χιόνι ...κι αν σε πλακώνει 
ήλιος... θα σ’ ανταμώνει
βροχή ..κι αν θα σου φέρει 
κοίτα ...από κάπου εκεί ψηλά 

Χαμογελά …..ένα αστέρι



Σάββατο, 14 Μαρτίου 2015

Και φεύγοντας έρχεσαι



Τώρα το ξέρεις: τα βουνά δε μπορούνε

να μας χωρίσουν. 
Και φεύγοντας έρχεσαι.
Και φεύγοντας έρχομαι.
 Δεν υπάρχει άλλος χώρος
έξω απ΄ το χώρο μας. 
Κι ο άνεμος είναι
η αφή των χεριών μας.
Καθώς ταξιδεύουμε,
εσύ στο βορρά, εγώ προς το νότο,
κοιτώντας τον ήλιο, ο καθένας μας έχει
τον άλλο στο πλάι του.

Αχ, η καρδιά μου




Αχ, η καρδιά μου νοσταλγεί,

τώρα που φεύγει η μέρα,
το ροδινό ξημέρωμα,
τον ήλιο, τον αιθέρα.

Τα παιδικά χαμόγελα,
το κύμα που απαντούσε
στο φλοίσβημα της πρόσχαρης
φωνούλας μας που αχούσε.

Τη βάρκα που λικνίζοταν
στη μέθη μας του ονείρου,
το αβρό τραγούδι που έσμιγε
τη σιγαλιά του απείρου.

Τη χαραυγή που ρόδιζε
τα σεντεφένια πλάτια,
την πεθυμιά την άχραντη
στ' αγγελικά μας μάτια.

Αχ, η καρδιά μου νοσταλγεί,
τώρα που η μέρα σβήνει,
της ομορφιάς το πέρασμα,
τη νειότη που μ' αφήνει.



Πίκρα




Τα πρώτα μου χρόνια τ' αξέχαστα τα 'ζησα
κοντά στ' ακρογιάλι,
στη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη,
πλατιά και μεγάλη.

Και κάθε φορά που μπροστά μου η πρωτάνθιστη
ζωούλα προβάλλει,

στενάζεις καρδιά μου το ίδιο αναστέναγμα:
Να ζούσα εκεί πάλι

Μια μένα είναι η μοίρα μου, μια μένα είν' η χάρη μου,
δεν γνώρισα κι άλλη:
Μια θάλασσα μέσα μου σα λίμνη γλυκόστρωτη
γλυκιά και μεγάλη.

Και να! μεσ' στον ύπνο μου την έφερε τ' όνειρο
κοντά μου και πάλι
τη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη,
πλατιά και τη μεγάλη.

Κι εμέ, τρισαλίμονο! μια πίκρα με πίκραινε,
μια πίκρα μεγάλη,
και δε μου τη γλύκαινες 
της πρώτης λαχτάρας μου, καλό μου ακρογιάλι!

Ποια τάχα φουρτούνα φουρτούνιαζε μέσα μου
και ποια ανεμοζάλη,
που δε μου την κοίμιζες και δεν την ανάπαυες,
καλό μου ακρογιάλι

Μια πίκρα είν' αμίλητη, μια πίκρα είν' αξήγητη,
μια πίκρα μεγάλη,
η πίκρα που είν' άσβηστη και μεσ' τον παράδεισο
των πρώτων μας χρόνων κοντά στο ακρογιάλι.