Σάββατο, 5 Ιουλίου 2014

Ακροβάτες


Στου καιρού την ανεμελιά
ακροβάτες κάνουν μαγικά,
την αυγή σβήνουν την φωτιά
και κινούν για ξένο τόπο βιαστικά.

Περπατούν πέρα απ’ το νοτιά
τα όνειρά τους δένουν με σκοινιά,
στο γυαλό φτιάχνουν σκηνικά
και αρχίζουν το παιχνίδι σαν παλιά.

Στα μέρη που γυρνούν δε θα βρουν
νερό να πιουν να γιατρευτούν.
Ποιος μάγεψε τις νύχτες τους,
ποιος τεντώνει το παλιό σκοινί;

Στου καιρού τη λιποθυμιά
θα αρπάξω μέρα τη φωτιά,
θα χαθώ στα λευκά πανιά
να στη φέρω φως μου να `χεις συντροφιά.

Στης μέρας τη σιωπή
στέκει τ’ όνειρο κι ισορροπεί
κι αν κοπεί νύχτα το σκοινί
θα το ράψω στης αγάπης την κλωστή.

Στα μέρη που γυρνάς δε θα βρεις
νερό να πιεις της λησμονιάς.
Ποιος σε πλάνεψε αστέρι μου,
ποιος θα φέρει απ’ την πηγή νερό;

Πες μου ποιος ξέρει το γιατί;
Ξαγρυπνάς τις νύχτες μοναχή,
στο γυαλό ρίχνεις μιαν ευχή
και προσεύχεσαι να βγει αληθινή.

Στο νερό του κρυφού γυαλού
ρίξε τη σταγόνα του λαδιού
να σου πει τ’ άγραφα του νου
που σου κλέψαν τη γαλήνη του ουρανού.

Στα μέρη που γυρνάς δε θα βρεις
νερό να πιεις της λησμονιάς.
Ποιος σε πλάνεψε αστέρι μου,
ποιος θα φέρει απ’ την πηγή νερό;