Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2014

Νοσταλγία



Δεν αγαπάς και δε θυμάσαι, λες.
κι αν φούσκωσαν τα στήθη κι αν δακρύζεις
που δεν μπορείς να κλάψεις όπως πρώτα,
δεν αγαπάς και δεν θυμάσαι, ας κλαις.

Ξάφνου θα ιδείς δυο μάτια γαλανά
- πόσος καιρός! - τα χάιδεψες μια νύχτα·
και σα ν' ακούς εντός σου να σαλεύει
μια συφορά παλιά και να ξυπνά.

Θα στήσουνε μακάβριο το χορό
οι θύμησες στα περασμένα γύρω·
και θ' ανθίσει στο βλέφαρο σαν τότε
και θα πέσει το δάκρυ σου πικρό.

Τα μάτια που κρεμούν 
- ήλιοι χλωμο
 - το φως στο χιόνι της καρδιά και λιώνει,
οι αγάπες που σαλεύουν πεθαμένες
οι πρώτοι ξανά που άναψαν καημοί.. 


Τρίτη, 4 Νοεμβρίου 2014

Χειμώνας




Τί ὡραῖα ποὺ μαραθῆκαν τὰ λουλούδια

τί τέλεια ποὺ μαραθῆκαν

κι αὐτὸς ὁ τρελὸς νὰ τρέχει στοὺς δρόμους
μὲ μιὰ φοβισμένη καρδιὰ χελιδονιοῦ
χειμώνιασε καὶ φύγανε τὰ χελιδόνια
γέμισαν οἱ δρόμοι λάκκους μὲ νερὸ
δυὸ μαῦρα σύννεφα στὸν οὐρανὸ
κοιτάζονται στὰ μάτια ἀγριεμένα
αὔριο θὰ βγεῖ στοὺς δρόμους καὶ ἡ βροχὴ
ἀπελπισμένη
μοιράζοντας τὶς ὀμπρέλλες της
τὰ κάστανα θὰ τὴ ζηλέψουν
καὶ θὰ γεμίσουν μικρὲς κίτρινες ζαρωματιὲς
θὰ βγοῦν κι οἱ ἄλλοι ἔμποροι
αὐτὸς ποὺ πουλάει τ᾿ ἀρχαῖα κρεβάτια
αὐτὸς ποὺ πουλάει τὶς ζεστὲς-ζεστὲς προβιὲς
αὐτὸς ποὺ πουλάει τὸ καυτὸ σαλέπι
κι αὐτὸς ποὺ πουλάει θῆκες ἀπὸ κρύο χιόνι
γιὰ τὶς φτωχὲς καρδιές


Με την πρώτη σταγόνα της βροχής




Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι

Μουσκέψανε τα λόγια που είχανε γεννήσει αστροφεγγιές
Όλα τα λόγια που είχανε μοναδικό τους προορισμόν Εσένα!
Πριν απ’ τα μάτια μου ήσουν φως
Πριν απ’ τον Έρωτα έρωτας
Κι όταν σε πήρε το φιλί
Γυναίκα
Κατά πού θ’ απλώσουμε τα χέρια μας
τώρα που δε μας λογαριάζει πια ο καιρός
Κατά πού θ’ αφήσουμε τα μάτια μας
τώρα που οι μακρινές γραμμές ναυάγησαν στα σύννεφα
Κι είμαστε μόνοι ολομόναχοι
τριγυρισμένοι απ’ τις νεκρές εικόνες σου.
Πριν απ’ τα μάτια μου ήσουν φως
Πριν απ’ τον Έρωτα έρωτας
Κι όταν σε πήρε το φιλί
Γυναίκα

Τρίτη, 8 Ιουλίου 2014

Αρκεί που θα `ρθεις


Φέρε μου ένα μικρό περιστέρι
και λίγα λουλούδια με τ’άλλο σου χέρι
και πάμε να δούμε τον ήλιο που βγαίνει
ψηλά στην κορφή του βουνού.

Φέρε το γέλιο στα μάτια τριγύρω
και λίγα τραγούδια μ’ αλλιώτικο μύρο
κι αγάπη, κι αγάπη σαν τ’ άλικο χρώμα
του ορίζοντα και τ ουρανού.

Μ’ αν δε μου φέρεις τον κόσμο που ζήτησα
και να πετάξεις μ’ αυτά δεν μπορείς
μην αργείς, μην αργείς έλα μόνος κοντά μου
αρκεί που θα ’ρθεις που θα ’ρθεις.

Φέρε τις ώρες που ’φύγαν και πάνε
τ’αλλιώτικα μάτια αυτών που αγαπάνε
κι εκείνο το φως που σκορπάς
όταν γύρω σου έχει σκοτάδι βαθύ.

Φέρε μου τ’ όνειρο και τη γαλήνη
Την αύρα που πάνω στο μέτωπο σβήνει
Και αυτό το παράξενο κύμα
που απάνω στα χέρια σου έχει απλωθεί

Μ’ αν δε μου φέρεις τον κόσμο που ζήτησα
και να πετάξεις μ’ αυτά δεν μπορείς
μην αργείς, μην αργείς έλα μόνος κοντά μου
αρκεί που θα ’ρθεις που θα ’ρθεις.

Σάββατο, 5 Ιουλίου 2014

Άσμα ασμάτων


Τι ωραία που είν’ η αγάπη μου
με το καθημερνό της φόρεμα
κι ένα χτενάκι στα μαλλιά.
Κανείς δεν ήξερε πως είναι τόσο ωραία.

Κοπέλες του Άουσβιτς,
του Νταχάου κοπέλες,
μην είδατε την αγάπη μου;

Την είδαμε σε μακρινό ταξίδι,
δεν είχε πιά το φόρεμά της
ούτε χτενάκι στα μαλλιά.

Τι ωραία που είν’ η αγάπη μου,
η χαϊδεμένη από τη μάνα της
και τ’ αδελφού της τα φιλιά.
Κανείς δεν ήξερε πως είναι τόσο ωραία.

Κοπέλες του Μαουτχάουζεν,
κοπέλες του Μπέλσεν,
μην είδατε την αγάπη μου;

Την είδαμε στην παγερή πλατεία
μ’ ένα αριθμό στο άσπρο της το χέρι,
με κίτρινο άστρο στην καρδιά.

Τι ωραία που είν’ η αγάπη μου,
η χαϊδεμένη από τη μάνα της
και τ’ αδελφού της τα φιλιά.
Κανείς δεν ήξερε πως είναι τόσο ωραία.

Αν


Κι αν απόψε το τραγούδι π’ αγαπάς
δεν τ’ αφήνεις μοναχό να σ’ οδηγήσει
το σκαλί αυτό που τώρα ακουμπάς
αύριο θα το `χεις πριονίσει.

Κι αν απόψε της καρδιάς σου δε νοιαστείς
ν’ αναλύσεις την κρυμμένη σημασία
θά `σαι αύριο φτηνός διαχειριστής
σε μια ξένη εξουσία.

Κι αν αυτό το παραμύθι που ακούς
δεν τ’ αφήνεις μιαν αλήθεια να γυρέψει
θά `χεις κάνει ένα κόσμο σαν κι αυτούς
κι όλα θα τα έχεις καταστρέψει.

Άνθη της πέτρας


Άνθη της πέτρας μπροστά στην πράσινη θάλασσα
με φλέβες που μου θύμιζαν άλλες αγάπες
γυαλίζοντας στ’ αργό ψιχάλισμα

Άνθη της πέτρας φυσιογνωμίες που ήρθαν
όταν κανένας δε μιλούσε και μου μίλησαν
που μ’ άφησαν να τις αγγίξω ύστερα από την σιωπή
μέσα σε πεύκα σε πικροδάφνες και σε πλατάνια

Όταν βγαίνει το φεγγάρι


Ό,τι και να γίνει
ό,τι και να λάχει
κούντου λούνα βίνι
τραγουδάν οι βλάχοι.
Φίλοι στην ειρήνη
σύντροφοι στη μάχη
κούντου λούνα βίνι
τραγουδάν οι βλάχοι.

Κούντου λούνα βίνι
κι ό,τι θέλει ας γίνει.

Κλαιν οι βεδουΐνοι
σκούζουν οι φελλάχοι
και στην Παλαιστίνη
καίγονται μονάχοι.
Θρύψαλο η σελήνη
στη μεγάλη ράχη
κούντου λούνα βίνι
τραγουδάν οι βλάχοι.

Κούντου λούνα βίνι
κι ό,τι θέλει ας γίνει.

Φως και καλωσύνη
γιε μου δεν υπάρχει
ρίχνουν στο καμίνι
και τον Πατριάρχη.
Μαύρισαν οι κρίνοι
ράγισαν οι βράχοι
κούντου λούνα βίνι
τραγουδάν οι βλάχοι.

Κούντου λούνα βίνι
κι ό,τι θέλει ας γίνει.

Ακροβάτες


Στου καιρού την ανεμελιά
ακροβάτες κάνουν μαγικά,
την αυγή σβήνουν την φωτιά
και κινούν για ξένο τόπο βιαστικά.

Περπατούν πέρα απ’ το νοτιά
τα όνειρά τους δένουν με σκοινιά,
στο γυαλό φτιάχνουν σκηνικά
και αρχίζουν το παιχνίδι σαν παλιά.

Στα μέρη που γυρνούν δε θα βρουν
νερό να πιουν να γιατρευτούν.
Ποιος μάγεψε τις νύχτες τους,
ποιος τεντώνει το παλιό σκοινί;

Στου καιρού τη λιποθυμιά
θα αρπάξω μέρα τη φωτιά,
θα χαθώ στα λευκά πανιά
να στη φέρω φως μου να `χεις συντροφιά.

Στης μέρας τη σιωπή
στέκει τ’ όνειρο κι ισορροπεί
κι αν κοπεί νύχτα το σκοινί
θα το ράψω στης αγάπης την κλωστή.

Στα μέρη που γυρνάς δε θα βρεις
νερό να πιεις της λησμονιάς.
Ποιος σε πλάνεψε αστέρι μου,
ποιος θα φέρει απ’ την πηγή νερό;

Πες μου ποιος ξέρει το γιατί;
Ξαγρυπνάς τις νύχτες μοναχή,
στο γυαλό ρίχνεις μιαν ευχή
και προσεύχεσαι να βγει αληθινή.

Στο νερό του κρυφού γυαλού
ρίξε τη σταγόνα του λαδιού
να σου πει τ’ άγραφα του νου
που σου κλέψαν τη γαλήνη του ουρανού.

Στα μέρη που γυρνάς δε θα βρεις
νερό να πιεις της λησμονιάς.
Ποιος σε πλάνεψε αστέρι μου,
ποιος θα φέρει απ’ την πηγή νερό;

Αιώνες ανθίζεις


Και συ ανοιξιάτικα μιλάς τον άνεμο
Λες και πάλι τα μοναχικά απογεύματα

Που ξέρεις πως σ’ αποζητάω Βεατρίκη

Αιώνες ανθίζεις στο πλευρό του θανάτου
τόσα που θέλω είν’ από δω
στα όμορφα που με πονάνε
και συ ανοιξιάτικα μιλάς τον άνεμο

Και συ ανοιξιάτικα μιλάς τον άνεμο

Λες και πάλι τα θαλασσινά, θαλασσινά οράματα

Που ξέρω πως σε τυραννάνε Βεατρίκη

Χορεύεις, πηγαίνεις στα πουλιά τα ωραία
κι όταν σε βλέπω μοναχή
μα φτάνει πια να με τρομάζεις
και συ ανοιξιάτικα μιλάς τον άνεμο

Η πιο όμορφη θάλασσα


Η πιο όμορφη θάλασσα είναι αυτή
που δεν την αρμενίσαμε ακόμα.
Το πιο όμορφο παιδί δε μεγάλωσε ακόμα.

Τις πιο όμορφες μέρες,
τις πιο όμορφες μέρες μας, δεν τις ζήσαμε ακόμα.
Δεν τις ζήσαμε ακόμα.

Κι ό,τι πιο όμορφο,
Κι ό,τι πιο όμορφο θα `θελα να σου πω,
Δε στο `πα ακόμα, δε στο `πα ακόμα.

Ανάγκη να σε πάρω εγώ


Ανάγκη να σε πάρω εγώ
που έτσι σε παρατήσανε
μονάχο κι έρμο κι ορφανό
παιδάκι μου, πώς σε πονώ.

Το ρούχο το μεταξωτό
μες στο ποτάμι το `ριξα
φτωχά κουρέλια σου φορώ
παιδάκι μου, πώς σ’ αγαπώ.

Δρόμο σε πήγα, δρόμο μακρινό
νυχτόμερα βαδίζοντας
πείνασα και ματώθηκα
μα να σ’ αφήσω δεν μπορώ.

Σε μαύρες μέρες και σκληρές
πλένω σε και βαφτίζω σε
μες στο κατάψυχρο νερό
μην κλαις και μου πικραίνεσαι.

Σάββατο, 21 Ιουνίου 2014

Χώμα Ελληνικό




Τώρα ποὺ θὰ φύγω καὶ θὰ πάω στὰ ξένα
καὶ θὰ ζοῦμε μῆνες, χρόνους χωρισμένοι,
ἄφησε νὰ πάρω κάτι κι ἀπὸ σένα,
γαλανὴ πατρίδα πολυαγαπημένη,
ἄφησε μαζί μου φυλαχτὸ νὰ πάρω
γιὰ τὴν κάθε λύπη κάθε τι κακό,
φυλαχτὸ ἀπὸ ἀρρώστια, φυλαχτὸ ἀπὸ Χάρο,
μόνο λίγο χῶμα, χῶμα ἑλληνικό.

Χῶμα δροσισμένο μὲ νυχτιᾶς ἀγέρι,
χῶμα βαφτισμένο μὲ βροχὴ τοῦ Μάη,
χῶμα μυρισμένο ἀπ᾿ τὸ καλοκαίρι,
χῶμα εὐλογημένο, χῶμα ποὺ γεννάει
μόνο μὲ τῆς Πούλιας τὴν οὐράνια χάρη,
μόνο μὲ τοῦ ἥλιου τὰ θερμὰ φιλιά,
τὸ μοσχάτο κλῆμα τὸ ξανθὸ σιτάρι,
τὴ χλωρὴ τὴ δάφνη, τὴν πικρὴν ἐλιά.


Χῶμα τιμημένο, ποὔχουν ἀνασκάψει
γιὰ νὰ θεμελιώσουν ἕναν Παρθενώνα,
χῶμα δοξασμένο, ποὔχουν ροδοβάψει
αἵματα στὸ Σούλι καὶ στὸ Μαραθώνα,
χῶμα πὄχει θάψει λείψαν᾿ ἁγιασμένα
ἀπ᾿ τὸ Μεσολόγγι κι ἀπὸ τὰ Ψαρὰ
χῶμα ποὺ θὰ φέρνει στὸν μικρὸν ἐμένα
θάρρος, περηφάνια, δόξα καὶ χαρά.


Θὲ νὰ σὲ κρεμάσω φυλαχτὸ στὰ στήθια,
κι ὅταν ἡ καρδιά μου φυλαχτὸ σὲ βάλει
ἀπὸ σὲ θὰ παίρνει δύναμη βοήθεια,
μὴν τὴν ξεπλανέψουν ἄλλα, ξένα κάλλη.
Ἡ δική σου ἡ χάρη θὰ μὲ δυναμώνει,
κι ὅπου κι ἂν γυρίσω, κι ὅπου κι ἂν σταθῶ
σὺ θὲ νὰ μοῦ δίνεις μιὰ λαχτάρα μόνη,
πότε στὴν Ἑλλάδα πίσω θὲ νὰ ῾ρθῶ.


Κι ἂν τὸ ριζικό μου -ἔρημο καὶ μαῦρο-
μοὔγραψε νὰ φύγω καὶ νὰ μὴ γυρίσω,
τὸ στερνὸ συχώριο εἰς ἐσένα θἄβρω,
τὸ στερνὸ φιλί μου θὲ νὰ σοῦ χαρίσω.
Ἔτσι κι ἂν σὲ ξένα χώματα πεθάνω,
καὶ τὸ ξένο μνῆμα θἆναι πιὸ γλυκὸ
σὰ θαφτεῖς μαζί μου στὴν καρδιά μου ἐπάνω,
χῶμα ἀγαπημένο, χῶμα ἑλληνικό.


Δευτέρα, 9 Ιουνίου 2014

Αγάπη είναι


Αγάπη είναι να σου δίνω
χωρίς ποτέ να το θυμάμαι,
να με φωνάζεις κι εγώ να `μαι
μες στης ζωής σου την ηχώ.

Αγάπη είναι να σε κλείνω
στα βλέφαρά μου όταν κοιμάμαι
τις νύχτες για να μη φοβάμαι
που λείπεις και σ’ αναζητώ.

Αγάπη είναι να σ’ αγγίζω
κι ο πυρετός μου να μ’ ανάβει
να γίνομαι εγώ καράβι
να ταξιδεύω στ’ ανοιχτά.

Αγάπη είναι να ραγίζω
όταν εσύ θα νιώθεις πόνο
κι όταν με βλέπεις να ματώνω
να κλαις με αναφιλητά.

Coaliers


Σε πολιτείες του Καναλιού, στο Λίβερπουλ, στο Σουάνς
βλέπει κανείς πρωί πρωί, στους ντόκους με τα κρένια,
κάποιους που δε μοιάζουνε πολύ για ναυτικοί,
προς τα καράβια οδεύουνε γελώντας δίχως έννοια.

Πέντ’ έξι οργιές τα μπάρκα τους κι όμοια τόσο πολύ,
που ως να τα βρουν κουράζονται πολλές φορές στη ράδα.
Πλώρη ψηλή ψαράδικη, φουγάρο μυτερό,
κι είναι το πιο μεγάλο τους ταξίδι μια βδομάδα.

Ένα βρακί ασιδέρωτο φοράνε βρομερό
και μια φανέλα από φιλέ χειμώνα καλοκαίρι,
ένα μαντίλι της φωτιάς δεμένο στο λαιμό
και περπατάν τρεκλίζοντας πιασμένοι από το χέρι.

Όμως περνούν το τρομερό κανάλι του Saint George
κι ορθοπλωρίζουνε για κει που κυβερνάει το πούσι,
που τα καραβοφάναρα, βογκώντας τρομερά,
τρελαίνουνε τον άμαθο που θα τα προτακούσει.

Περήφανα του Ατλαντικού διαβαίνουν τα νερά,
των φαναριών ακολουθώντας πάντα τις σειρήνες,
χορεύοντας ένα χορό στα κύματ’ αλαφρό,
που οι ναυτικοί των φορτηγών τα λέμε μπαλαρίνες.

Οι Φλαμαντέζοι ναυτικοί γελάν και λένε πως
οι Εγγλέζοι τους πνιγμένους τους κλαίνε μια μέρα μόνο
μ’ αν ήθελαν περσότερο δε θα ‘χανε καιρό:
δέκα απ’ αυτά σαν φύγουνε, γυρνάνε πέντε μόνο.

Από συνήθεια παίρνουνε σε χρήμα την τροφή,
ψωνίζουνε λιγάκι χαμ κι ένα κουτί με βρώμη
μα το ‘χουνε προτιμότερο να πιούνε τα λεφτά,
πριν φύγουν και να τους τραβούν στερνή στιγμή οι λοστρόμοι.

Μα είναι τα πιο καλύτερα που γνώρισα παιδιά
Μπαρκάρουνε τρεκλίζοντας, πάντα δυο δυο πιασμένοι,
και δίχως να το νιώσουνε καλά, πολλές φορές
βουλιάζουν με τα μπάρκα τους γελώντας μεθυσμένοι.

Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014

Άρωμα Ψυχής


Έρχονται ώρες, που ξαφνικά σε πλημμυρίζει ολάκαιρο η νοσταλγία του ανέκφραστου
σαν τη θολή, αόριστη ανάμνηση απ' τη γεύση ενός καρπού,
πού 'φαγες κάποτε, πριν χρόνια, σαν ήσουνα παιδί,
μια μέρα μακρινή, λιόλουστη και θέλεις να τη θυμηθείς κι όλο ξεφεύγει.
Τα μάτια σου γεμίζουν τότε από 'να θάμπος χαμένων παιδικών καιρών
ή ίσως κι από δάκρυα..

Τρίτη, 20 Μαΐου 2014

Ο μικρὸς Ναυτίλος


Ὅτι μπόρεσα ν᾿ ἀποχτήσω μία ζωὴ ἀπὸ πράξεις ὁρατὲς γιὰ ὅλους, ἑπομένως νὰ κερδίσω τὴν ἴδια μου διαφάνεια, τὸ χρωστῶ σ᾿ ἕνα εἶδος εἰδικοῦ θάρρους ποὺ μοῦ ῾δωκεν ἡ Ποίηση: νὰ γίνομαι ἄνεμος γιὰ τὸ χαρταετὸ καὶ χαρταετὸς γιὰ τὸν ἄνεμο, ἀκόμη καὶ ὅταν οὐρανὸς δὲν ὑπάρχει.
Δὲν παίζω μὲ τὰ λόγια. Μιλῶ γιὰ τὴν κίνηση ποὺ ἀνακαλύπτει κανεὶς νὰ σημειώνεται μέσα στὴ «στιγμή» ὅταν καταφέρει νὰ τὴν ἀνοίξει καὶ νὰ τῆς δώσει διάρκεια. Ὁπόταν, πραγματικά, καὶ ἡ Θλίψις γίνεται Χάρις καὶ ἡ Χάρις Ἄγγελος ἡ Εὐτυχία Μοναχὴ καὶ ἡ Μοναχὴ Εὐτυχία.
μὲ λευκές, μακριὲς πτυχὲς πάνω ἀπὸ τὸ κενὸ ἕνα κενὸ γεμάτο σταγόνες πουλιῶν, αὖρες βασιλικοῦ καὶ συριγμοὺς ὑπόκωφου Παραδείσου.